IMG_0285 (1)

Ελλάδα: Μια (μη) ευρωπαϊκή χώρα – Το Studio 14 στη Documenta 14

Σε ένα πρόσφατο Eurogroup, κάποιοι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών φέρονται να είπαν στον Ευκλείδη Τσακαλώτο ότι μπορεί να εξανίσταται δικαίως με τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, αλλά εντέλει θα πρέπει να τις αποδεχτεί. Επικαλέστηκαν την ανάγκη να παραμείνει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα γιατί αυτό απαιτεί η κοινή γνώμη των χωρών τους -κάτι που είναι έτσι κι αλλιώς σημαντικό, πόσο μάλλον σε μια εκλογική χρονιά. Ο Τσακαλώτος φέρεται να απάντησε: «Εμείς δεν έχουμε εκλογές, δεν διαθέτουμε κοινή γνώμη, δεν είμαστε ευρωπαϊκή χώρα;» Ένας υπουργός ευρωπαϊκής χώρας, σε ένα κορυφαίο ευρωπαϊκό όργανο, έθεσε το ερώτημα αν η χώρα του είναι όντως ευρωπαϊκή… (περισσότερα…)

Περισσότερα

asterix

Τα ονειρικά τσιμπούσια του Αστερίξ

Δημοσιεύτηκε στο icookgreek.com στις 5/11/2016

Είναι κάπως παράξενο να γράφεις για την επέτειο του θανάτου του Ρενέ Γκοσινί –πέθανε σα σήμερα το 1977 σε ηλικία μόλις 51 ετών. Είναι παράξενο γιατί σε έναν τέτοιο τύπο νιώθεις ότι δεν πολυκολλάει ο αόριστος· είναι διαρκώς παρών, συντασσόμενος με έναν απρόσβλητο από τη φθορά και την απώλεια διαρκή ενεστώτα. Μια αείρροη παρουσία που διασχίζει ευφρόσυνα το συμβατικό χρόνο.

(περισσότερα…)

Περισσότερα

sinai2

Έξοδος

«Τι να σκέφτεται άραγε;» Κοίταζε τον γέροντα που καθόταν στο κάτω μπαλκόνι καπνίζοντας μονάχος, με το βλέμμα να χάνεται στον κλειστό ορίζοντα των απέναντι πολυκατοικιών. Εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα που η ζέστη σε τύλιγε σα διάφανο υλικό συσκευασίας, πνίγοντας τις ανάσες. Σ’ εκείνη τη γειτονιά που τα διαμερίσματα με τα ορθάνοιχτα παράθυρα ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο, που άκουγες όλους τους ήχους από το εσωτερικό τους, λες και αποτελούσαν δωμάτια μιας ενιαίας διακλαδιζόμενης κατοικίας, και όχι χωριστά σπίτια. (περισσότερα…)

Περισσότερα

debussy

Στον κήπο του Ντεμπυσσύ

Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της 8ης Μαΐου 2016

Ο καιρός του κήπου έχει φτάσει όταν την Πέμπτη το απόγευμα κοιτάζεις από το παράθυρο και ξαφνικά είναι ακόμα μέρα. Πάντα αναρωτιέσαι πού να βρίσκεται ο κήπος τον υπόλοιπο καιρό, αλλά πάντα λες «ας το ψάξω μια άλλη φορά», γιατί τώρα αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να πάρεις το βιβλίο με τις τρεις χιλιάδες σελίδες και να πας προς τα εκεί.

(περισσότερα…)

Περισσότερα

Ένα άχρηστο βιβλιαράκι

crusades Tyerman

Στην οδό Σαλαχαντίν (Σαλαντίν) 19 της Ανατολικής Ιερουσαλήμ βρίσκεται το Educational Bookshop (Εκπαιδευτικό Βιβλιοπωλείο). Εκεί στην καρδιά της κατεχόμενης αραβικής Ιερουσαλήμ μπορεί κανείς να βρει σχεδόν ό,τι κυκλοφορεί στα αγγλικά για το Παλαιστινιακό καθώς και να πιει έναν πολύ αξιοπρεπή καπουτσίνο –ο οποίος, γενικά μιλώντας, δεν είναι το φόρτε των Παλαιστινίων.
Στο ωραίο βιβλιοπωλείο λοιπόν, την ώρα που έχεις πιει τον καφέ σου και πας να κατέβεις από το πατάρι για να φύγεις, πέφτει το μάτι σου σε ένα σταντ με βιβλιαράκια τσέπης. Είναι κι ένα που γράφει Crusades. Οπότε λες «δεν το παίρνω αφού το είδα;».
Κάπως έτσι αγόρασα το The Crusades –A very short introduction (Σταυροφορίες-Μια πολύ σύντομη εισαγωγή) του Christopher Tyerman. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, χωρίς να ασχολούμαι με τις Σταυροφορίες, χωρίς στην πραγματικότητα κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Γιατί όμως να αγοράσει κανείς ένα βιβλίο χωρίς λόγο;

 

Για ποιο λόγο να το μάθω;

 
«Για ποιο λόγο να το μάθω;» Σύμφωνα με τον φίλο μου κοινωνιολόγο της εκπαίδευσης Κωνσταντίνο Μαρκίδη, αυτή είναι μια πολύ συνηθισμένη ατάκα των μαθητών όταν ρωτιούνται στις έρευνες γιατί δεν διαβάζουν. Για ποιο λόγο αλήθεια να μάθουν ότι ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε το 1939 ή ότι το Ουλάν Μπατόρ είναι η πρωτεύουσα της Μογγολίας; Για ποιο λόγο να κάνουν τα μαθήματά τους οι μπόμπιρες και για ποιο λόγο εγώ ο μεσήλιξ (φευ!) να διαβάσω ένα ξεκάρφωτο βιβλίο για τις Σταυροφορίες;
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος. Ούτε εγώ κάνω μεταπτυχιακό στη μεσαιωνική Ιστορία ούτε ο Tyerman (ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι ειδικός πάνω στο θέμα) έγραψε το βιβλιαράκι για όσους ασχολούνται επισταμένα με τις Σταυροφορίες. Για το ευρύ κοινό το έγραψε, στο πλαίσιο της σειράς Very Short Introductions των εκδόσεων Oxford University Press. Ένας ειδικός, ο Tyerman, γράφει για τους μη ειδικούς, σαν εμένα. Για τους ανθρώπους δηλαδή που δεν θα τους χρησιμεύσει ποτέ σε τίποτα να ξέρουν ότι η αρίθμηση των σταυροφοριών δεν είναι δεδομένη, αφού εκτός από τις πέντε που μάθαμε στο σχολείο (ή μήπως είχαμε σταματήσει στην Τέταρτη που κατέληξε στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης), υπάρχουν δεκάδες άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που έφεραν ή διεκδίκησαν τον τίτλο της «σταυροφορίας»• ή ότι σταυροφορίες δεν έλαβαν χώρα μόνο στους Αγίους Τόπους, αλλά και στην Ισπανία όπως επίσης και στην Πρωσία• ή ότι η συμμετοχή στην σταυροφορία θεωρούταν πράξη θρησκευτικής μετάνοιας, κάτι σαν ένοπλο προσκυνηματικό ταξίδι• ή ότι τα σταυροφορικά κράτη στους Αγίους Τόπους δεν ήταν χωνευτήρια πολιτισμών, αφού η πολιτισμική πολυποικιλότητα δεν οδήγησε στη σύνθεση• ή, τέλος, ότι στις Σταυροφορίες πολύ δύσκολα θα μπορούσε να προσδοθεί το τίτλος των κλασικών ιμπεριαλιστικών επιχειρήσεων, παρά το ότι στόχευαν στην κατάκτηση εδαφών, μιας και ήταν κυρίαρχο το θρησκευτικό κίνητρο των συμμετεχόντων. Τίποτα απ” όσα διάβασα και ψιλοέμαθα για τις Σταυροφορίες δεν θα μού χρησιμεύσει . Δεν είμαι ιστορικός και απ’ όσο θυμάμαι ποτέ σε παρέα δεν έχω κουβεντιάσει για τη σύγκρουση του Σαλαντίν με τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, ώστε να μπορέσω να πουλήσω πνεύμα κι ευρυμάθεια.

 

Η ευχαρίστηση της μάθησης

 
Ωστόσο, χάρηκα πολύ που διάβασα το βιβλιαράκι του Tyerman. Για την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, για τον ενθουσιασμό του να ακούς πράγματα για πρώτη φορά, για τη δημιουργική αίσθηση ότι διαβάζεις κάτι που αξίζει. Και ίσως γιατί είναι ωραίο να διαβάζεις κάτι (που δεν είναι μυθιστόρημα) χωρίς να είναι στο πρόγραμμα του μεταπτυχιακού ή να το απαιτεί η δουλειά. Να το διαβάζεις γιατί έτσι, άνευ συγκεκριμένου σκοπού.
Άλλωστε, αν μαθαίναμε μονάχα ό,τι (μάς φαίνεται πως) έχει προφανή πρακτική χρησιμότητα, μάλλον δεν θα μαθαίναμε και πολλά. Συνήθως μόνο αφού έχουμε διανύσει πολλά χρόνια στην εκπαίδευση, και αρχίζουμε να ειδικευόμαστε σε κάποιον τομέα, μπορούμε να φανταστούμε (σε αδρές γραμμές πάντα) «σε τι θα μας χρησιμεύσει» αυτό που μαθαίνουμε. Στην ερώτηση «γιατί να το μάθω», η απάντηση είναι «γιατί έτσι».  Το να διευρύνουμε τους ορίζοντες μας, το να φτάσει το βλέμμα μας πιο μακριά, αποσκοπεί στο δούμε νέες γαίες, που τις είχαμε ονειρευτεί ή δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε ότι υπάρχουν. Αν εντέλει θα αποικίσουμε αυτές τις νέες γαίες, είναι κάτι που δεν ξέρουμε όταν τις αντικρίζουμε για πρώτη φορά.

 

Μια γυναίκα στη Νάμπλους

 
Διαβάζοντας «γιατί έτσι», ίσως μάθουμε και κάτι άμεσης χρήσης. Ότι, ας πούμε, δεν είναι δόκιμη η αναγωγή των σύγχρονων συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής στις Σταυροφορίες (είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά), μιας και το πολιτισμικό πλαίσιο εκείνης της εποχής ήταν ολωσδιόλου διαφορετικό από αυτό της δικιά μας. Επομένως, όταν ακούμε στις ειδήσεις κάποιον να μιλάει για «σταυροφορίες» ή για «σταυροφόρους» (από τη μια ή την άλλη πλευρά), να έχουμε στο νου μας ότι πρόκειται για προπαγάνδα που δεν ανταποκρίνεται στα όποια επιστημονικά δεδομένα.
Μετά είναι και εκείνη η ιστορία της μουσουλμάνας από τη Νάμπλους, που σκότωσε τον Φράγκο σύζυγό της και στη συνέχεια έγινε παράνομη, στήνοντας θανάσιμες ενέδρες στους περαστικούς ιππότες. Μια ιστορία που ίσως κάποιος κάπου κάποτε την αφηγηθεί, γιατί την βρήκε κατά λάθος σε ένα άχρηστο βιβλιαράκι.

 

Γιάννης Αλμπάνης

Περισσότερα

Οι σοκολατίνες της παρέλασης

sokolatina_in_dce72b2a7ef318abf3ccb35c148aaded

Από το Icookgreek.com

Έβλεπα τις προάλλες ένα σίριαλ όπου ο πρωταγωνιστής, ψυχαναλυτής το επάγγελμα, σε κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αντιθέτως με την κοινή πεποίθηση, η μνήμη των παιδιών δεν ξεθωριάζει, ενώ οι ενήλικες ξεχνάνε πολύ εύκολα. Λογικό ακούγεται –τουλάχιστον από φροϋδικής σκοπιάς.

Το παράξενο είναι όμως το τι ακριβώς θυμόμαστε από την παιδική μας ηλικία, τι τελικά ήταν σημαντικό και κατά πάσα πιθανότητα καθόρισε την προσωπικότητά μας. Εγώ για παράδειγμα, δεν θυμάμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο, αλλά ούτε και την τελευταία. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, και θα μπορούσα να την περιγράψω σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια, τη γλυκιά αγωνία που είχα τα βράδια πριν τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου και 25ης Μαρτίου. Ήμουν στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού που δεν έκαναν (και νομίζω ακόμα δεν κάνουν) παρέλαση. Ωστόσο, οι πρόσκοποι (ανεξαρτήτως ηλικίας) έκαναν. Κι εγώ, ως λυκόπουλο (το προσκοπικό σώμα για τα μικρά παιδιά) ήμουν ο μόνος από τους συμμαθητές μου που δεν παρακολουθούσα απλώς τις παρελάσεις, αλλά συμμετείχα κανονικά, κοινωνός ενός προνομίου που αποτελούσε αποκλειστικότητα των μεγαλύτερων.

Η παρέλαση ήταν στιγμή προσωπικής περηφάνιας: ήμουν καλύτερος και (το κυριότερο!) μεγαλύτερος από τους συμμαθητές μου. Γι’ αυτό παρέλαυνα στητός και καμαρωτός, κανονικό παγώνι, μπροστά από τους επισήμους, ήτοι τον δήμαρχο Ηλιούπολης, που ήταν ό,τι πιο επίσημο μάς είχε λάχει στη γειτονιά μας. Τα βράδια λοιπόν πριν την παρέλαση μ’ έπιανε εκείνη η γλυκιά αγωνία, κάπως σαν αυτή των ημερών που προηγούνταν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, πήγαινα όλη νύχτα πάνω-κάτω το σαλόνι, και τσέκαρα συνεχώς τη στολή μου, μην της έλειπε τίποτα- που τι να της έλειπε δηλαδή, αφού η στολή δεν ήταν παρά ένα πουκάμισο, ένα σορτσάκι, ένα ζευγάρι καφέ κάλτσες κι ένα πράσινο τζόκεϊ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, οι γονείς μου μάλλον είχαν αντιληφθεί εγκαίρως τη βαρύτητα των στιγμών, και δεν παρέμβαιναν, αφήνοντάς με να ζήσω το μύθο μου στις λευκές νύχτες των παραμονών των παρελάσεων.

Ο μύθος είχε την επόμενη μέρα τρεις κορυφώσεις. Η πρώτη ήταν όταν εκεί που ξεροσταλιάζαμε να τελειώσουν η δοξολογία και οι πανηγυρικοί (πολλές φορές με κρύο και βροχή), και ο καλός θεός έβαζε το χεράκι του, και πέρναγε μπροστά κανένας συμμαθητής, απ” αυτούς, που όπως εξήγησα, δε συμμετείχαν, με τους γονείς του. Οπότε εγώ του απηύθυνα έναν συγκαταβατικό χαιρετισμό, πράγμα όχι εύκολο, γιατί είχα γεμίσει τα πνευμόνια μου με αέρα και είχα κορδωθεί σε τέτοιο βαθμό που η ομιλία καθίστατο δυσχερής. Η δεύτερη κορύφωση ήταν κατά τη διάρκεια της παρέλασης, όταν από τα αριστερά πετάγονταν ο πατέρας και η μαμά μου φωνάζοντας «Γιάννη, Γιάννη, εδώ!» και κλικ έβγαινε η φωτογραφία. Τέλος, η τρίτη κορύφωση ελάμβανε χώρα με την επιστροφή στο σπίτι, όπου πάντοτε υπήρχε στο ψυγείο ένα κουτί με πάστες σοκολατίνες. Πάστες δόξης και προσωπικού θριάμβου. Το παράξενο είναι ότι ενώ έχω ξεχάσει πολλά από αυτά που όταν συνέβαιναν τα θεωρούσαν τα σημαντικότερα της ζωής μου (έρωτες, σπουδές, δουλειές), η γεύση από αυτές τις σοκολατίνες επιστρέφει σαν τότε, κάθε φορά που σκέφτομαι τις παρελάσεις.

Γιάννης Αλμπάνης

Περισσότερα

Τι να πεις στον Κεδίκογλου για το Τρίτο;

trito

Έχει γραφεί ότι όταν στα 1848 τα αυτοκρατορικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την επαναστατημένη Βιέννη, ο Μπακούνιν πρότεινε στους επαναστάτες να πάρουν τα έργα τέχνης από τα παλάτια και τα μουσεία, και να τα τοποθετήσουν μπροστά στα οδοφράγματα, ούτως ώστε οι στρατιώτες να μην ανοίξουν πυρ. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή η ιστορία, εντούτοις, απηχεί μια αλήθεια. Το ότι δηλαδή υπήρξε μια εποχή στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια αυτού του μεγάλου ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, όπου ο σεβασμός στην τέχνη και την κουλτούρα υπήρξε τόσο μεγάλος και τόσο αυτονόητος, ώστε ακούγεται αληθοφανής η υποτιθέμενη πεποίθηση του αναρχικού επαναστάτη Μπακούνιν ότι τα αυτοκρατορικά αντεπαναστατικά στρατεύματα δεν θα μπορούσαν να βάλουν κατά των έργων, αυτά τα ίδια στρατεύματα που θα έσφαζαν τους εξεγερμένους, αν έμπαιναν στην πόλη. Μια ορισμένη αντίληψη για την πνευματική καλλιέργεια και την καλλιτεχνική δημιουργία έμοιαζε κοινή για τους μορφωμένους Ευρωπαίους της εποχής, ακόμα αν ανήκαν σε αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμα και αν οι ιδεολογικές τοποθετήσεις τους τούς οδηγούσαν στην αλληλοσφαγή.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα άλλαξαν βέβαια πολλά. Στον 20ο αιώνα είδαμε ότι η Ευρώπη καλλιεργεί μέσα της ένα τέρας που μπορεί να κάψει ανθρώπους και βιβλία, που μπορεί να εξοντώσει καλλιτέχνες και να καταστρέψει τα έργα τους. Ωστόσο, μετά το τέλος του δεύτερου Μεγάλου Πολέμου, η γενική πεποίθηση, και στα δύο μπλοκ που σχηματίστηκαν, ήταν όχι μόνο πως η προστασία των Τεχνών αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αξιών που πρέπει να ενστερνίζονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και ότι συνιστά υποχρέωση του κράτους να τις προάγει. Μάλιστα, στον μεταπολεμικό κόσμο, η προστασία και προαγωγή των Τεχνών συνδέθηκε αναπόφευκτα με την έκρηξη των ΜΜΕ και της μαζικοποίησης της εκπαίδευσης. Οι υψηλές τέχνες έπρεπε να γίνουν κτήμα όλων ή τουλάχιστον όσο το δυνατό περισσότερων. Γι’ αυτό και παντού στην Ευρώπη ιδρύθηκαν ΜΜΕ (ραδιόφωνα και τηλεοράσεις) που βασικό τους σκοπό δεν είχαν τόσο την πολιτική προπαγάνδα, όσο την πνευματική καλλιέργεια του μεγάλου κοινού.

Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αυτή η δημόσια παρέμβαση στην οποία αναφέρθηκα, μπόρεσε όντως να αλλάξει με θετικό τρόπο τους ανθρώπους και να προαγάγει τις Τέχνες. Πιτσιρικάς, τον πήρανε μαθητευόμενο σε ένα τυπογραφείο. Εκεί, οι τυπογράφοι, μάγκες τεχνίτες και λίγο διανοούμενοι ταυτόχρονα, ακούγανε Τρίτο Πρόγραμμα. Επειδή ο μπαμπάς μάλλον τους είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους τυπογράφους και σιγά-σιγά τού έγινε οικεία η μουσική που κυριαρχούσε στη δουλειά, συνέχισε να την ακούει και όταν άλλαξε επάγγελμα. Για πενήντα χρόνια (μισό αιώνα…) άκουγε κάθε μέρα Τρίτο. Επειδή κατά κύριο λόγο άνοιγε ραδιόφωνο κυρίως στη δουλειά και δούλευε πολύ, μπορώ να κάνω τον πολλαπλασιασμό 50Χ300Χ8, και να φτάσω στο συμπέρασμα ότι ο μπαμπάς μου στο πέρασμα του από τη ζωή άκουσε 120.000 ώρες Τρίτου Προγράμματος. Αυτή η υπαρξιακή σχέση με το Τρίτο άλλαξε τον ίδιο, που δεν είχε κανένα ανάλογο backround, και πέρασε και σε μένα. Δεν είναι μόνο ότι, όπως ακριβώς ο μπαμπάς μου, ακούω στη δουλειά Τρίτο Πρόγραμμα –αλλά και στο σπίτι, τα ήσυχα καλοκαιρινά απογεύματα που δεν έχουμε συνεδριάσεις… Είναι και το ότι από πολύ μικρός υιοθέτησα την πεποίθηση ότι γενικά είναι πολύ σημαντικό να προσπαθείς συνεχώς να καλλιεργείσαι, καθώς και, ειδικά, ότι η καλή μουσική είναι η λεγόμενη κλασική. Πεποίθηση που μένει ακλόνητη στο πέρασμα του χρόνου, γιατί δεν σχετίζεται με κάποιο «κήρυγμα» των γονιών (που θα μπορούσε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα), αλλά με την ίδια την παρουσία της μουσικής στη ζωή σου. Πεποίθηση που συνδέεται στη συνέχεια τόσο αδιάρρηκτα με τις πολιτικές αντιλήψεις σου, που δεν μπορείς να θυμηθείς πότε ακριβώς έφτασες στο συμπέρασμα ότι η Αριστερά δεν είναι μόνο η παράταξη των εργαζομένων αλλά και των καλλιτεχνών, ότι κομμουνισμό δεν θα έχουμε μόνο όταν θα βρίσκουν όλοι ψωμί, αλλά και όταν όλοι θα πηγαίνουν στην όπερα.

Τώρα στο 90,9  δεν παίζει τίποτα . Και μού φαίνεται τόσο δύσκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς για ποιο λόγο πρέπει στο 90,9 και το 95,6 να παίζει Τρίτο. Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά ότι ο Μάρκος Μωυσίδης πρέπει οπωσδήποτε να ακούγεται στα ερτζιανά, γιατί στην εκπομπή του μαθαίνεις μουσική, γιατί από αυτόν άκουσες πρώτη φορά το Stabat Mater του Περγκολέζι, γιατί είναι σημαντικό για τη ζωή σου να ξέρεις το Stabat Mater είτε σού αρέσει είτε όχι, καθώς και γιατί ο Μωυσίδης δεν υπάρχει περίπτωση να παίξει ποτέ σε κανένα άλλο ραδιόφωνο; Πώς μπορείς να εξηγήσεις στον Κεδίκογλου ότι η εισαγωγή από τον Χρυσό του Ρήνου είναι ένα διαρκές κάλεσμα για να στρέψουμε το βλέμμα μας σε πιο μακρινούς ορίζοντες, και αυτό το κάλεσμα πρέπει να το ακούσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Πώς μπορείς να εξηγήσεις σε αυτόν τον απολίτιστο ακαλλιέργητο εσμό που μας κυβερνάει, ότι χρειαζόμαστε τις ορχήστρες και τους μουσικούς, γιατί η μεγάλη μουσική (για να θυμηθούμε το Όλα τα Πρωινά του Κόσμου) καταπραΰνει το υπαρξιακό άγχος που απορρέει από τη συνείδηση της θνητότητάς μας;

Η απάντηση είναι ότι σε ανθρώπους σαν τον Κεδίκογλου, τον Φαήλο και τον Σαμαρά δεν μπορείς να εξηγήσεις για ποιο λόγο χρειαζόμαστε το Τρίτο ούτε για ποιο λόγο χρειαζόμαστε την ΕΡΤ. Δεν διαθέτουν ούτε το ενδιαφέρον ούτε την ευαισθησία για να καταλάβουν. Δεν διαθέτουν αυτήν την κοινή παιδεία που ένωνε τους επαναστάτες και τους αντεπαναστάτες στη Βιέννη του 1848. Δεν διαθέτουν την έγνοια του πώς θα επιβιώσει ο πολιτισμός, πώς θα επιβιώσει η κοινωνία. Δεν μπορείς να τους εξηγήσεις. Πρέπει να τους διώξεις.

Γιάννης Αλμπάνης
Η αφίσα είναι του Δημήτρη Αρβανίτη

Περισσότερα

Περιμένοντας τους καλικαντζάρους

Από το Red Notebook

«Με τέτοιο χαλασμό, δεν είναι να κυκλοφορεί έξω κανένα πλάσμα του Θεού», σκέφτηκε φωναχτά ο Γιακουμής. Και πολύ καλά το είχε σκεφτεί, γιατί εκεί έξω λυσσομανούσε ο αέρας, ενώ η βροχή ήταν τόσο πυκνή που δεν μπορούσες να διακρίνεις απέναντι το σπίτι του Μήτσου του επιστάτη, κι ας ήταν μοναχά πενήντα μέτρα από την αποθήκη. Εκεί στην αποθήκη φύλαγε ο κύριος Δερβέτογλου όλα τα καλά του κόσμου, λάδι, αλεύρι, σαλάμια, όσπρια, τυριά, παστές σαρδέλες, τουρσιά και μαρμελάδες. Από εκεί κάθε πρωί ο Γιακουμής φόρτωνε την καρότσα με τα καλούδια για να μη λείψει τίποτα από το μπακάλικο του κυρίου Δερβέτογλου, το πιο ονομαστό, όχι μόνο στην πόλη τους, αλλά σε όλο το νομό. Κι εκεί ακριβώς, στη μεγάλη αποθήκη, ακούγοντας τις βροντές και τη μανία του αέρα, ο Γιακουμής αισθάνθηκε για πρώτη φορά τυχερός εκείνη την Παραμονή Πρωτοχρονιάς: τυχερός γιατί δεν χρειαζόταν να βρίσκεται έξω μια τέτοια νύχτα· τυχερός, γιατί ο Μήτσος ο επιστάτης τον αγαπούσε, παρόλο που τον έλεγε συνέχεια κουτορνίθι, κι είχε παρακαλέσει τον κύριο Δερβέτοβγλου να τον πάρει στη δούλεψή του, λίγο μετά που πέθανε η μάνα. Να ΄χει καλά ο Θεός τον κύριο Δερβέτογλου που αν και μεγάλος και τρανός, από τους πιο πλούσιους όχι μόνο στην πόλη τους, αλλά σε όλο το νομό, τον λυπήθηκε τον φουκαρά τον Γιακουμή -κι ας τον καρπαζώνει συχνά, φωνάζοντας «Α ρε Γιακουμή, δράμι νιονιό δεν έχεις».

Στην αρχή βέβαια της ημέρας, ο Γιακουμής δεν ένιωθε και τόσο τυχερός. Πού ξανακούστηκε να περάσει παραμονή Πρωτοχρονιάς βαστώντας καραούλι στην σκοτεινή και κρύα αποθήκη! Αλλά πώς μπορούσε πάλι να πει όχι; Περνούσε με την καρότσα μπροστά από το καφενείο του κυρ Ανέστη όταν ο κύριος Δερβέτογλου του ΄κανε νόημα να σταματήσει και να μπει μέσα. Ο Γιακουμής δεν πήγαινε ποτέ στου κυρ Ανέστη, γιατί αυτό δεν ήταν καφενείο για ανθρώπους της σειράς του· εκεί σύχναζαν οι άρχοντες της πόλης. Και τώρα πάλι, με τον κύριο Δερβέτογλου κάθονταν ο κύριος Πετρόπουλος, ο πιο πλούσιος κτηματίας της περιοχής, ο ενωμοτάρχης και ο πάτερ Ευστράτιος, ο αρχιμανδρίτης που λειτουργούσε στην ενορία του κέντρου.

«Γιακουμή, σού έχω μια σημαντική αποστολή για απόψε το βράδυ», είπε με πολύ σοβαρό ύφος ο κύριος Δερβέτογλου. «Επειδή είσαι ο πιο έμπιστος και ικανός άνθρωπός μου, θα πρέπει να κάνεις την πιο δύσκολη δουλειά. Όπως ξέρεις βέβαια, γιατί είσαι άνθρωπος γνωστικός εσύ, απόψε το βράδυ έρχονται οι καλικάντζαροι από τις χώρες του Κάτω Κόσμου για να ρημάξουν το βιος των ανθρώπων. Του διαόλου πλάσματα, σιχαμένα τέρατα που μας ζηλεύουν γιατί ζούμε πάνω στη Γη και χαιρόμαστε το φως του ήλιου. Πέρσι, θα το θυμάσαι σίγουρα, είχαν μπουκάρει στη μεγάλη αποθήκη και είχαν βουτήξει ένα σωρό σαλάμια και μαρμελάδες. Γιακουμή, μόνο σε σένα μπορώ να στηριχτώ για να μην έχουμε τα ίδια και φέτος. Μόνο εσύ μπορείς να μείνεις άγρυπνος φρουρός όλη νύχτα, για να μη μας κλέψουν πάλι τα διαβολοπλάσματα».

Ο Γιακουμής στεκόταν αμήχανος. Είχε βέβαια ακούσει μικρός, πριν πεθάνει η μάνα, ιστορίες για τους καλικαντζάρους που είναι σιχαμένοι και αντίχριστοι, άνθρωποι και πίθηκοι και γαϊδάροι μαζί. Αλλά ποτέ του δεν είχε δει κανέναν, ούτε θυμόταν πέρσι να τους είχαν κλέψει τίποτα από την αποθήκη. Άσε που διακρίνοντας με την άκρη του ματιού του τον ενωμοτάρχη και τον κύριο Πετρόπουλο να κρυφογελάνε, του ΄ρθε ιδέα μήπως ο κύριος Δερβέτογλου του ΄χε στήσει πάλι καμιά φάρσα, σαν τότε που τον είχαν στείλει να ψάχνει τη λαβωμένη νεράιδα στην ακροποταμιά: «Α ρε Γιακουμή, τόσο αγαθιάρης είσαι που όλα τα χάφτεις. Κουκούτσι μυαλό δεν έχεις.». Ο Γιακουμής λοιπόν δεν ήξερε τι να κάνει. Από τη μια μεριά δεν μπορούσε να παρακούσει την εντολή του κυρίου Δερβέτογλου, που να του δίνει ο Θεός χρόνια για τη μεγάλη χάρη που του ΄χε κάνει· από την άλλη όμως δεν ήθελε να τον ταράξουν στην καζούρα τα μπακαλόπαιδα.

Ο πάτερ Ευστράτιος, ξακουστός σε όλο το νομό για την αγιότητα και τα σοφά κηρύγματα του, τον έβγαλε από την αμηχανία. «Γιατί διστάζεις, παιδί μου; Το να προστατεύσεις την περιουσία του αφέντη σου από τα πλάσματα του διαβόλου είναι θεάρεστο έργο. Αυτός είναι ο σκοπός μας επί Γης, όπως λένε τα θεία Ευαγγέλια. Να προστατεύουμε τα έργα του Κυρίου από τις στρατιές του Αντίχριστου». Και με αυτά τα θαυμαστά λόγια ο φτωχός ο Γιακουμής πείστηκε να φυλάξει καραούλι Παραμονή Πρωτοχρονιάς στην αποθήκη του κυρίου Δερβέτογλου, γιατί σκέφτηκε ότι ένας άγιος άνθρωπος σαν τον πάτερ Ευστράτιο δεν θα τον κορόιδευε ποτέ. Άλλωστε τόσες φορές είχε ακούσει, πριν πεθάνει η μάνα, για το ρημαδιό που έκαναν οι καλικάντζαροι. Έτσι, με το που έπεσε ο ήλιος, πήρε ένα ματσούκι και κίνησε για τη σκοτεινή και κρύα αποθήκη.

Με την καταιγίδα θα είχε ξεπαγιάσει, αν δεν είχε έρθει ο Μήτσος ο επιστάτης φέρνοντας μια βαριά μπατανία, κάμποσο παστό και ένα φλασκί κρασί. Του άναψε και τη λάμπα. «Κοίτα μην ξαγρυπνήσεις όλο το βράδυ – δεν υπάρχει λόγος. Οι πόρτες αμπαρώνουν καλά· οι καλικάντζαροι δεν μπορούν να μπουν. Να ΄χουμε καλή χρονιά ρε Γιακουμή», είπε ο Μήτσος, που ήταν καλός άνθρωπος, αλλά φοβόταν τον κύριο Δερβέτογλου γιατί είχε πέντε στόματα να θρέψει. «Καλή χρονιά στην οικογένεια», απάντησε βαριά ο Γιακουμής που, παρά τα λόγια του πάτερ Ευστράτιου, δεν του φαινόταν τυχερό να πρέπει να περάσει την παραμονή μέσα στην αποθήκη. Άλλαξε γνώμη μόνο όταν άρχισε να λυσσομανάει ο αέρας, κι η βροχή να πέφτει τόσο πυκνή που δεν μπορούσες να διακρίνεις απέναντι το σπίτι του Μήτσου του επιστάτη, οπότε ο Γιακουμής αισθάνθηκε τυχερός που ήταν κάτω από στέγη, σκεπασμένος με την μπαντανία, και μπορούσε να κατεβάσει μερικές γουλιές από το κρασί του Μήτσου. «Με τέτοιο χαλασμό, δεν είναι να κυκλοφορεί έξω κανένα πλάσμα του Θεού».

Κάτι η ζεστασιά της μπαντανίας, κάτι η κούραση της ημέρας, κάτι που είχε κάνει κάμποσες φορές το πηγαινέλα από την αποθήκη γιατί το μαγαζί είχε πολύ κόσμο, κάτι τέλος το κρασί του Μήτσου, τον Γιακουμή τον πήρε ύπνος ανέφελος, όπως συμβαίνει με τους καλούς ανθρώπους. Και θα κοιμόταν μέχρι το πρωί της Πρωτοχρονιάς, αν δεν τον ξυπνούσε ένας γδούπος από τα μισά της αποθήκης, στα αριστερά, όπως κοίταζες την πόρτα. Πετάχτηκε κατευθείαν, γιατί είχε πιει αρκετά για να βαρύνει αλλά όχι για να πέσει αναίσθητος, άρπαξε το ματσούκι με το ένα χέρι και τη λάμπα με το άλλο, κι έτρεξε κατά τη μεριά του θορύβου. «Ακίνητοι, σατανάδες καλικάντζαροι, πίσω και σας έφαγα!». Αλλά οι σατανάδες που είχαν σπάσει το τζάμι του φεγγίτη για να πηδήξουν μέσα στην αποθήκη του κυρίου Δερβέρογλου δεν φάνηκαν στον Γιακουμή και τόσο διαβολικοί. Ήταν βέβαια τριχωτοί, βρωμιάρηδες κι έμοιαζαν με αγρίμια. Δύσκολα θα τους έλεγες ανθρώπους. Όπως τους φώτισε η λάμπα όμως, ήταν κουρελήδες, καταγδαρμένοι και τελείως μουσκεμένοι. Όταν μάλιστα πλησίασε με το ματσούκι να αιωρείται απειλητικά ψηλά στον αέρα, τους είδε να τρέμουν και το φόβο να κυριεύει τα παράξενα κόκκινα μάτια τους, ίδια με των ζώων. «Να βρούμε απάγκιο θέλουμε μόνο. Δεν θα πειράξουμε τίποτα, κύριε», ψέλλισε ένας απ΄ τους εισβολείς που είχαν πια κολλήσει στον τοίχο. Και ο Γιακουμής, που κανένας μέχρι τότε δεν τον είχε φωνάξει κύριο, σάστισε για τα καλά. Ήταν απολύτως έτοιμος να παλέψει μέχρι θανάτου με τα τάγματα του Εξαποδώ για να υπερασπιστεί την περιουσία του κυρίου Δερβέτογλου. Αυτό άλλωστε ήταν το καθήκον των Χριστιανών. Δεν του ΄κανε καρδιά όμως να ξυλοφορτώσει τούτα τα βρεγμένα και φοβισμένα πλάσματα, που είχαν μπουκάρει μέσα γιατί έξω χάλαγε ο κόσμος. Έτσι κι αλλιώς, να χτυπάς τους αδύναμους δεν το ΄βρισκε σωστό, πόσο μάλλον όταν βρίσκονταν σε ανάγκη και ικέτευαν. Άσε που τον είχαν πει κύριο, κι αυτό τον είχε συγκινήσει τόσο, ώστε ένοιωθε υποχρεωμένος να ανταποδώσει την ευγένεια. Έτσι, ο Γιακουμής κάθισε σαστισμένος και αμίλητος για κάμποσες στιγμές, με τη λάμπα στο ένα χέρι και το άλλο να κρατάει απειλητικά ψηλά το ματσούκι. Μέχρι που τελικά ο πήρε την απόφαση του και κατέβασε το ματσούκι.

Με το πιο αυστηρό ύφος που μπορούσε να πάρει, περίπου όπως είχε ακούσει να μιλά ο ενωμοτάρχης, τους είπε θα μπορούσαν να μείνουν μέχρι να περάσει η θύελλα, προειδοποιώντας όμως ότι ο ίδιος θα έμενε ξάγρυπνος και στην παραμικρή κίνηση θα τους ξυλοφόρτωνε άγρια. Τους απείλησε ότι αν πήγαιναν να εκμεταλλευτούν την καλοσύνη του, θα έφευγαν μισεροί από κει μέσα. Οι καλικάντζαροι έπεσαν στα πόδια του, τον ευχαρίστησαν με δάκρυα στα μάτια, του υποσχέθηκαν ότι θα έμεναν ήσυχοι όλη τη νύχτα κι ευχήθηκαν να του το ανταποδώσει ο Θεός, πράγμα που μπέρδεψε πολύ τον Γιακουμή γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει πώς τα πλάσματα του Διαβόλου επικαλούνται τον Κύριο και Σωτήρα μας. Όπως και να έχει όμως, ξαγρύπνησε παρακολουθώντας τους καλικάντζαρους να λαγοκοιμούνται με τις πλάτες ακουμπισμένες στον τοίχο. Τα παράξενα πλάσματα κράτησαν το λόγο τους, κι ούτε που σάλεψαν όλη νύχτα.

Σαν άρχισε να ξημερώνει και κόπασε η θύελλα, ο Γιακουμής τους άνοιξε την πόρτα για να τραβήξουν το δρόμο τους. Φεύγοντας, ο τελευταίος, ο ίδιος που του είχε μιλήσει προηγουμένως, γύρισε και του ξανάπε: «Να στο ανταποδώσει ο Θεός, γιατί εμάς κανείς δεν μάς λυπάται, όλο μας κυνηγάνε». Ο Γιακουμής δεν απάντησε τίποτα. Μαντάλωσε πάλι την πόρτα, έσβησε τη λάμπα, έξω φώταγε άλλωστε, σκεπάστηκε με την μπαντανία και αφέθηκε στον ήσυχο ύπνο όσων έχουν κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Ήταν πια Πρωτοχρονιά.

Γιάννης Αλμπάνης

Περισσότερα

Χριστούγεννα στις 4 Φλεβάρη

Από τα Ενθέματα της Αυγής, η οποία κυκλοφορεί σήμερα Σάββατο 22 Δεκέμβρη.

Όταν έφτασε 25 του Δεκέμβρη χωρίς να έρθουν τα Χριστούγεννα, δεν έκανε εντύπωση στους ανθρώπους της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες εκείνες τίποτα δεν συνέβαινε όπως παλιά. Και τα πράγματα είχαν σταματήσει για τόσο καιρό να κυλάνε όπως θα έπρεπε, που οι περισσότεροι δεν ήθελαν πια να θυμηθούν πώς ήταν πριν. Πριν αλλάξουν όλα, πριν το φως του ήλιου σταματήσει να διαπερνάει τα σύννεφα, πριν ο ουρανός αρχίσει να βρέχει στάχτη, πριν η γη γίνει στείρα και οι πηγές ν’ αναβλύζουν λάσπη. Προτού η σιωπή απλωθεί και γίνουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο.

Ούτε οι προφητείες των Ιερών Γραφών, ούτε οι σοφοί δημογέροντες που θυμούνταν τις ιστορίες από την αρχή του κόσμου είχαν προβλέψει όσα τρομερά θα έρχονταν. Κανένας δεν το περίμενε, κανένας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι εκείνο το φθινόπωρο δεν θα έπεφτε βροχή, αλλά στάχτη, κι ότι ο ουρανός θα ήταν διαρκώς σκοτεινός, χωρίς να αφήνει τις ακτίνες του ήλιου να φτάνουν στην πολιτεία. Στην αρχή όλοι έμειναν άφωνοι και κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει, γιατί κανένας δεν είχε ξαναδεί ποτέ να βρέχει στάχτη από τον ουρανό, κι ούτε οι Ιερές Γραφές, ούτε οι σοφοί δημογέροντες μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι περισσότεροι πιάστηκαν απ’ αυτό που φαινόταν πιο εύκολο: «Κάτι παροδικό είναι, η στάχτη δεν θα κρατήσει πολύ».

Η στάχτη όμως δεν σταμάτησε. Κι η έκπληξη γρήγορα έγινε φόβος, και μετά, πολύ γρήγορα πάλι, ο φόβος έγινε απελπισία και πανικός. Έτσι οι λιτανείες, όπου στην αρχή πηγαίνανε μια χούφτα άνθρωποι, έπειτα από λίγο έμοιαζαν με τεράστιες συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχε όλη η πολιτεία. Ο κόσμος προσεύχονταν με δάκρυα στα μάτια κι έψελνε ύμνους. Στην αρχή παρακαλούσαν το Θεό να τούς βοηθήσει και να αρχίσει να βρέχει πάλι νερό· μετά όμως ακούστηκαν στην πολιτεία ύμνοι παλιοί, που οι περισσότεροι νόμιζαν ότι είχαν ξεχαστεί γιατί είχαν γραφτεί πολύ παλιά, όταν ο κόσμος γεννιόταν· ύμνοι στους μοχθηρούς θεούς του Κάτω Κόσμου για να λυπηθούν τους ανθρώπους και να σταματήσει να βρέχει στάχτη.

Όμως ούτε ο Θεός ούτε οι αρχαίοι χθόνιοι θεοί έσωσαν τους ανθρώπους της πολιτείας. Οι λιτανείες, οι ύμνοι και οι προσευχές δεν έκαναν τις αχτίδες του ήλιου να φτάσουν στην πολιτεία, δεν σταμάτησαν τον ουρανό να βρέχει στάχτη. Και όταν πια μαθεύτηκε ότι η σοδειά είχε  χαθεί και ότι δεν μπορούσε να βρεθεί καμία πηγή με πόσιμο νερό, τότε σταμάτησαν και οι προσευχές και οι ύμνοι και οι μεγάλες λιτανείες. Μόνο ψίθυροι ακούγονταν πια στην πολιτεία· ψιθύριζαν δυο-δυο, δυο-τρεις, γιατί κανένας δεν τολμούσε να φωνάξει αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι θα γινόταν σε λίγο· ίσα που το ξεστόμιζε στους λίγους που εμπιστευόταν. Γνώριζαν όλοι ότι οι αποθήκες με το στάρι θα άδειαζαν σε λίγες εβδομάδες· αλλά πριν από τις αποθήκες του σταριού θα άδειαζαν οι δεξαμενές του νερού. Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει.

Οι ψίθυροι σταμάτησαν όταν το συμβούλιο των δημογερόντων ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Η ανακοίνωση των σοφών ήταν οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν.  Όλοι συμφώνησαν με την απόφαση, αλλά από εκείνη τη στιγμή κανένας δεν ξαναμίλησε. Σιωπή απλώθηκε στην πολιτεία· μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα.

Δεν μίλαγαν πια ούτε καν οι άτυχοι που έχαναν κάθε μέρα στην κλήρωση της κεντρικής πλατείας. Έπαιρναν αμίλητοι το δρόμο για το βουλευτήριο, χωρίς να προσπαθούν να το σκάσουν από το κακό που τους είχε βρει. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε κάπου αλλού να πάνε γιατί τα είχε καλύψει όλα η στάχτη· κι αν ακόμα βρισκόταν αυτό το «κάπου», ήταν σίγουρο ότι θα τους έπιαναν οι άλλοι που δεν είχαν κληρωθεί, και θα τους οδηγούσαν πάλι στο βουλευτήριο, εκεί που η μοίρα τους αναπόφευκτα το είχε γράψει. Εκεί οι σοφοί δημογέροντες, τώρα πια δήμιοι και χασάπηδες, δεν συνεδρίαζαν, αλλά έκοβαν τα κεφάλια των άτυχων της κλήρωσης της κεντρικής πλατείας·  και στη συνέχεια στράγγιζαν τα σώματά τους από το αίμα και το έδιναν στους υπόλοιπους για να ξεδιψάσουν· και μετά τεμάχιζαν τα άψυχα σώματα των άτυχων και τα έδιναν στους υπόλοιπους για να χορτάσουν την πείνα τους. Η ανακοίνωση το είχε εξηγήσει πολύ καθαρά: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να επιζήσει η πολιτεία, μέχρι να έρθουν οι φωτεινές μέρες κι η κανονική βροχή. Δεν είναι ευχάριστο σε κανέναν μας, μα έτσι πρέπει να γίνει».

Οι τυχεροί που δεν είχαν κληρωθεί, εξίσου αμίλητοι με τους άτυχους, περίμεναν υπομονετικά στις ουρές που οδηγούσαν από την κεντρική πλατεία στο βουλευτήριο, για να ξεδιψάσουν με το αίμα και να χορτάσουν με τις σάρκες όσων στεκόντουσαν πριν λίγο στο πλάι τους. Οι λέξεις είχαν στερέψει πια στην πολιτεία. Λίγο πιο μετά στέρεψαν και τα δάκρυα.

Στις 25 Δεκέμβρη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν λοιπόν. Και πώς θα μπορούσαν να έρθουν όταν όλα είχαν καλυφθεί από τη στάχτη, και ο ουρανός ήταν διαρκώς σκοτεινός, και η γη ήταν στείρα, και οι πηγές ανέβλυζαν λάσπη, και η σιωπή είχε απλωθεί στην πολιτεία; Πώς θα μπορούσαν να έρθουν τα Χριστούγεννα όταν οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να θυμούνται τους παλιούς καιρούς για να μπορέσουν να αντέξουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο· όσα οι ίδιοι έκαναν στο βουλευτήριο. Κι οι μέρες περνούσαν όμοιες και σκοτεινές, αφήνοντας πίσω τους τις 25 Δεκέμβρη, χωρίς καν να μπορεί κανείς με σιγουριά αν εκείνο τον καιρό είχε αλλάξει ο χρόνος.

Μέχρι που μια μέρα, όμοια και σκοτεινή με όλες τις άλλες, εκεί που όλοι οι άνθρωποι της πολιτείας είχαν μαζευτεί πάλι στην κεντρική πλατεία για την κλήρωση, κάτι μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο συνέβη. Ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο δεν ήταν βέβαια το ότι οι κάτοικοι της πολιτείας έβλεπαν μετά από τόσο καιρό κάποιον να κλαίει. Ούτε το ότι το παιδί έκλαιγε, ενώ είχε σταθεί τυχερό και δεν είχε κληρωθεί. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο. Και αποφάσισαν να σώσουν όσους είχαν κληρωθεί και να μην ξανακάνουν πια κληρώσεις, γιατί όλοι τους, σαν από θαύμα, είχαν ακούσει τα δάκρυα του μικρού παιδιού, που κανένας δεν ήξερε το όνομά του, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε. Αυτά τα δάκρυα που έλεγαν ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα, παρά να φαγωθούν μεταξύ τους.

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Φλεβάρη, και τα Χριστούγεννα είχαν έρθει στην πολιτεία.

 

Γιάννης Αλμπάνης

Περισσότερα