Αίγυπτος: αιματηρή καταστολή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας

rabaa1Από την Εποχή της 1/9/2013

Τελικά η Αίγυπτος δεν μπόρεσε να αποφύγει την αιματοχυσία. Η επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας στις 14 Αυγούστου για τη διάλυση των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας  που είχε οργανώσει η Μουσουλμανική Αδελφότητα, οδήγησε σε λουτρό αίματος. Οι νεκροί σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις έχουν ξεπεράσει τους 800 και ίσως στην πραγματικότητα να είναι πολύ περισσότεροι. Η ΜΚΟ Human Rights Watch εκτίμησε ότι πρόκειται για «το πιο σοβαρό περιστατικό παράνομων μαζικών δολοφονιών στη σύγχρονη Ιστορία της Αιγύπτου». Στην ανακοίνωση της η οργάνωση, που έκανε επιτόπια έρευνα, επισημαίνει ότι ενώ αληθεύουν οι ισχυρισμοί των αρχών ασφαλείας ότι μέσα στις συγκεντρώσεις υπήρχαν ένοπλοι που πυροβόλησαν εναντίον των αστυνομικών, το συγκεντρωμένο πλήθος στην πλειονότητά του ήταν ειρηνικό. Όπως το συνηθίζει άλλωστε, η αιγυπτιακή αστυνομία χρησιμοποίησε πραγματικά πυρά για τη διάλυση των διαδηλωτών, χωρίς να πάρει κανένα μέτρο για την προστασία των ανθρώπινων ζωών. Η άθλια διακυβέρνηση του Μόρσι και της Αδελφότητας, η συστηματική άσκηση βίας και βασανιστηρίων σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων της, η φασιστική δράση των Αδελφών σε βάρος των Κοπτών, οι εμπρησμοί δεκάδων εκκλησιών, καθώς και οι επιθέσεις εναντίον αστυνομικών που μετράνε και αυτοί δεκάδες νεκρούς, μπορούν να δικαιολογήσουν την άσκηση βίας σε βάρος της Αδελφότητας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταστήσουν θεμιτή μιας τέτοιας έκτασης σφαγής.

Τι προηγήθηκε

Πριν φτάσουμε στην αιματοχυσία της 14ης Αυγούστου, είχαν προηγηθεί 45 ημέρες καταιγιστικών πολιτικών εξελίξεων. Στις 30 Ιουνίου, ένα χρόνο μετά την άνοδο του Μόρσι στην εξουσία,  εκατομμύρια πολιτών κατακλύζουν τους δρόμους της Αιγύπτου, στην πιο μαζική κινητοποίηση που γνώρισε ποτέ η χώρα. Το βασικό αίτημα των διαδηλωτών ήταν η άμεση παραίτηση του προέδρου. Το έναυσμα για αυτό το πρωτοφανές λαϊκό ξέσπασμα το έδωσε το κίνημα Ταμαρόντ (Εξέγερση-Ανταρσία), το οποίο τις προηγούμενες εβδομάδες είχε ξεκινήσει καμπάνια συλλογής υπογραφών για την αποπομπή του Μόρσι, καταφέρνοντας τελικά να μαζέψει το απίστευτο νούμερο των είκοσι δύο εκατομμυρίων υπογραφών. Το Ταμαρόντ αποτελείται κατά κύριο λόγο από νεολαίους που δεν συμμετέχουν σε κάποιο πολιτικό κόμμα και ιδεολογικά κινούνται στο χώρο του νασερισμού. Με την αναπάντεχη παρουσία του κατάφερε να εκφράσει κινηματικά τη διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για τη διακυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Η πολιτική κατάρρευση της Αδελφότητας

Στον ένα χρόνο της παραμονής της στην εξουσία, η Αδελφότητα κατάφερε να στρέψει εναντίον της σχεδόν τους πάντες, με την εξαίρεση ίσως των ΗΠΑ και της ΕΕ. Επιλέγοντας, στο εσωτερικό, τον συμβιβασμό με το στρατό και την οικονομική ελίτ, ευθυγραμμιζόμενη ταυτόχρονα, στο εξωτερικό, με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, η Αδελφότητα δεν προχώρησε σε καμία πραγματική μεταρρύθμιση σε ό,τι αφορούσε την κοινωνική δικαιοσύνη, τις πολιτικές ελευθερίες, καθώς και την ανεξαρτησία της Αιγύπτου. Η γενική αίσθηση ήταν ότι τίποτα δεν άλλαξε με τον Μόρσι.
Επιπλέον, οι κινήσεις στην κατεύθυνση της μονοπώλησης της εξουσίας, η επιχείρηση ισλαμοποίησης της κοινωνίας (απείρως πιο δειλή βέβαια σε σχέση με όσα έκαναν το 1979 στο Ιράν οι αγιατολάχ…), καθώς και η βάναυση καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων δημιούργησαν το έδαφος για την αντισυσπείρωση των ετερόκλητων δυνάμεων της αντιπολίτευσης και την αποστασιοποίηση εκείνων των συντηρητικών πολιτών που είχαν δει στην Αδελφότητα μια δύναμη ήπιας μετάβασης από το καθεστώς Μουμπάρακ στη δημοκρατία. Τέλος, η ανικανότητα των Αδελφών στη διαχείριση της εξουσίας (έκδηλη στα ζητήματα των σχέσεων με την Αιθιοπία και το Σουδάν) σε συνδυασμό με τη βαθιά οικονομική κρίση, οδήγησαν την κυβέρνηση Μόρσι στην πολιτική απομόνωση.

Γιατί κινήθηκε ο στρατός

Στις 3 Ιουλίου ο αιγυπτιακός στρατός, υπό την ηγεσία του στρατηγού Αμπντέλ Φατάχ Σαΐντ Ελ Σίσι, ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση και συνέλαβε τον πρόεδρο Μόρσι. Η κίνηση αυτή του στρατού χαιρετίστηκε από τα εκατομμύρια που βρίσκονταν στους δρόμους καθώς και από όλες τις πολιτικές δυνάμεις πλην της Αδελφότητας -των σαλαφιτών του κόμματος Νουρ συμπεριλαμβανομένων. Το ερώτημα είναι βέβαια γιατί κινήθηκε ο στρατός, αφού ο Μόρσι δεν είχε αμφισβητήσει τα σκανδαλώδη προνόμια του: ο στρατηγός Σίσι ήταν και υπουργός Άμυνας, οι επιχειρήσεις του στρατού, που μπορεί να φτάνουν και το 40% της αιγυπτιακής οικονομίας, δεν είχαν πειραχτεί, και κανένας στρατιωτικός δεν είχε διωχτεί για τις δολοφονίες διαδηλωτών κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής διακυβέρνησης.
Κατ’ αρχάς, ο στρατός άρπαξε τη μοναδική ευκαιρία που του έδωσε ο λαϊκός ξεσηκωμός για να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο και να ξαναβρεί την πολιτική νομιμιμοποίηση που είχε χάσει κατά την περίοδο που ακολούθησε την πτώση του Μουμπάρακ, όταν κυβέρνησε το Ανώτατο Συμβούλιο Ενόπλων Δυνάμεων. Η εικόνα που δημιουργήθηκε ήταν ότι ο στρατός στάθηκε στο πλάι του αγωνιζόμενου λαού, αρωγός των αιτημάτων του κι εγγυητής της εθνικής ενότητας. Επιπλέον, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, οι στρατιωτικοί  είχαν αρχίσει να ανησυχούν βλέποντας ότι η σύμπλευση της Αδελφότητας με τις ΗΠΑ σε συνδυασμό με τις κινήσεις της στην κατεύθυνση της μονοπώλησης της εξουσίας, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάδειξη ενός νέου συσχετισμού εξουσίας, όπου ο στρατός θα ήταν πολιτικά αποδυναμωμένος.

Η Σαουδική Αραβία εναντίον του Μόρσι

Στην ανησυχία του στρατού ήρθε να προστεθεί και η αντίθεση της Σαουδικής Αραβίας στην ανάδειξη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας σε ηγεμονική δύναμη του αραβικού κόσμου. Μετά τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, η Αδελφότητα βρέθηκε στην κυβέρνηση σε Αίγυπτο, Λιβύη και Τυνησία. Στην Τουρκία ήταν έτσι κι αλλιώς, και στη Συρία αποτελεί βασική δύναμη της ένοπλης αντιπολίτευσης. Αυτή η εκρηκτική άνοδος συνδυαζόμενη με την αμερικάνικη συμμαχία, δημιουργούσε μια νέα κατάσταση στον αραβικό κόσμο, την οποία ορισμένοι ονόμαζαν pax islamica americana. Στο πλαίσιο της «ισλαμοαμερικανικής ειρήνης» ο ρόλος της Σαουδικής Αραβίας θα ήταν εκ των πραγμάτων υποβαθμισμένος. Η στάση της Σαουδικής Αραβίας είχε βαρύνουσα σημασία όχι μόνο σε ό,τι αφορούσε την υποστήριξη των αραβικών χωρών στην ανατροπή Μόρσι, αλλά και σε ό,τι αφορούσε, στο εσωτερικό, τη στάση του σαλαφίτικου κόμματος Νουρ. Υπενθυμίζεται ότι η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον βασικό χρηματοδότη του Νουρ.
Εν ολίγοις, η Μουσουλμανική Αδελφότητα βρέθηκε να έχει απέναντι την πλειονότητα της κοινωνίας, το στρατό, όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, καθώς και τη Σαουδική Αραβία με τον πακτωλό πετροδολαρίων.

Πογκρόμ εναντίον των Αδελφών

Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι οι αντιδράσεις στην ανατροπή Μόρσι και τη σφαγή της 14ης Αυγούστου δεν ήταν πάρα πολύ μαζικές. Η Αδελφότητα κατάφερε να κινητοποιήσει δεκάδες χιλιάδες κόσμου, αριθμός όμως που υπολείπονταν καταφανώς των εκατομμυρίων που βγήκαν στους δρόμους στις 30/6. Με δεδομένες λοιπόν την πολιτική απομόνωση της Αδελφότητας και τις όχι εντυπωσιακές κινητοποιήσεις υπέρ του Μόρσι, ο στρατός βρήκε την ευκαιρία να καταστείλει αιματηρά τους ισλαμιστές διαδηλωτές, καθώς και να προχωρήσει σε ένα πραγματικό πογκρόμ σε βάρος των Αδελφών. Με προεξάρχοντες τον Ανώτατο Οδηγό της Αδελφότητας Μοχάμεντ Μπαντί και τον ανατραπέντα πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι, η πλειονότητα της ηγεσίας της οργάνωσης βρίσκεται στη φυλακή και αντιμετωπίζει βαρύτατες κατηγορίες για δολοφονίες. Μαζί με τους ηγέτες τους, στη φυλακή βρίσκονται και χιλιάδες απλά μέλη των Αδελφών. Το πογκρόμ που εκτυλίσσεται, φέρνει στο νου τόσο την αντιπαράθεση του στρατού με τους ισλαμιστές τις δεκαετίες ’80 και ’90, όσο και τον αιματηρό τρόπο με τον οποίο συνέτριψε ο Νάσερ την Αδελφότητα το 1953.

Οι προοδευτικοί σύμμαχοι του στρατού

Σε όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με τον αραβικό κόσμο φαντάζει παράξενο ότι σε αυτή τη φάση το στρατό υποστηρίζουν είτε άμεσα είτε έμμεσα (διά της μονομερούς αντίθεσης στην Αδελφότητα) μια σειρά από προοδευτικές δυνάμεις της αιγυπτιακής κοινωνίας. Κατ” αρχάς, στη μεταβατική κυβέρνηση υπό την προεδρία του επικεφαλής του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου Άντλι Μανσούρ, συμμετείχαν προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς όπως ο νομπελίστας Μοχάμεντ Ελ Μπαραντέι, ο οποίος όμως παραιτήθηκε από την αντιπροεδρία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αστυνομική επιχείρηση της 14ης Αυγούστου. Το κίνημα Ταμαρόντ τάχθηκε σχεδόν απόλυτα στο πλευρό του στρατού, ενώ ο αριστερός νασερικός Χαμντίν Σαμπάχι, ο οποίος είχε έλθει τρίτος στις προεδρικές εκλογές, επέρριψε τις ευθύνες για τη βία στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Από τη μεριά της η Σοσιαλιστική Λαϊκή Συμμαχία, υιοθέτησε πιο συγκρατημένη στάση, κάνοντας όμως έκκληση για να τεθεί εκτός νόμου η Αδελφότητα και να κατασχεθεί η περιουσία της. Στον αντίποδα αυτών των τοποθετήσεων, η σημαντική οργάνωση Κίνημα 6ης Απρίλη καθώς και οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές κατήγγειλαν τον στρατό, χωρίς βέβαια να υποστηρίξουν την Αδελφότητα.
Οι προοδευτικοί Αιγύπτιοι που στήριξαν τον στρατό, αναγνώρισαν στην Αδελφότητα έναν πολύ πιο σοβαρό πολιτικό κίνδυνο από αυτόν που αντιπροσωπεύουν οι στρατιωτικοί. Όντας τα βασικά θύματα της καταστολής κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Μόρσι και φοβούμενοι την πιθανότητα ενός θρησκευτικού απολυταρχισμού, επέλεξαν το στρατό ως το μικρότερο κακό. Στο προσεχές μέλλον θα διαπιστώσουμε αν ευσταθεί η εκτίμησή τους ότι η πολιτική ενδυνάμωση του στρατού θα αποδειχτεί εφήμερη. Προς το παρόν, όσα συμβαίνουν, με πρώτη και κύρια την αποφυλάκιση του Μουμπάρακ, μοιάζουν με παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος.

Γιάννης Αλμπάνης

 

 

 

Περισσότερα

Αίγυπτος: Νέο επαναστατικό κύμα, χωρίς όμως εναλλακτική πολιτική λύση

Tahrir

Από την Εποχή της 7/7/2013

Τις τελευταίες μέρες, η Αίγυπτος ήρθε και πάλι στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής. Οι διαδηλώσεις εκατομμυρίων Αιγυπτίων που ζητούσαν την παραίτηση του ισλαμιστή προέδρου Μόρσι, οδήγησαν σε βαθιά πολιτική κρίση. Από τη μια μεριά ο πρόεδρος δεν παραιτούταν, και από την άλλη, οι διαδηλωτές δεν εγκατέλειπαν τους δρόμους.Τελικά επενέβη ο στρατός και καθαίρεσε τον εκλεγμένο, πλην κοινωνικά απονομιμοποιημένο, πρόεδρο. Ο αιγυπτιακός στρατός βέβαια μόνο υπερασπιστής της δημοκρατίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Όχι μόνο υπήρξε ο βασικός πυλώνας του δικτατορικού καθεστώτος Μουμπάρακ, αλλά και όταν ανέλαβε απ’ ευθείας τα ηνία, τον Φλεβάρη του 2011, κυβέρνησε με απολύτως αυταρχικό τρόπο. Η Εποχή συζήτησε για τα τελευταία γεγονότα με τον Μουσταφά Μόχι, δημοσιογράφο στο site της εφημερίδας Al Masry Al Youm.

 
Θεωρείς ότι τα τελευταία γεγονότα (πρωτοφανής λαϊκή κινητοποίηση, επέμβαση του στρατού, ανατροπή του προέδρου Μόρσι) αποτελούν νίκη για το αιγυπτιακό επαναστατικό κίνημα;

 
Ζούμε μια πολύ μπλεγμένη κατάσταση. Ενώ οι δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο και έχει ξεσπάσει ένα καινούργιο επαναστατικό κύμα, ο λαός καλεί και πάλι το στρατό να διώξει τον Μόρσι. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, δεν υπάρχει κανένας πολιτικός φορέας που να εκπροσωπεί τα λαϊκά συμφέροντα. Εκτιμώ ότι ο περισσότερος κόσμος που διαδηλώνει δεν επιθυμεί μια στρατιωτική διακυβέρνηση, όπως συνέβη μετά την πτώση του Μουμπάρακ. Αυτό που ο κόσμος ζήτησε από το στρατό ήταν να γίνει ο καταλύτης της ανατροπής του Μόρσι. Όμως είναι προφανές ότι αυτό το καινούργιο επαναστατικό κύμα αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους. Ο πρώτος είναι ο στρατός, που μπορεί να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία για να ξαναπάρει την εξουσία. Ο δεύτερος είναι η δεξιά αντιπολίτευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης και πολύ παράξενος είναι και πολύ εύθραυστος. Αποτελείται από τους επαναστάτες, τη δεξιά, την αστυνομία, το στρατό, το δικαστικό σύστημα κ.α. Όπως είναι προφανές, η δεξιά, ο στρατός και η αστυνομία δεν θέλουν την επίτευξη κανενός από τους στόχους της Επανάστασης της 25ης Γενάρη 2011 (ΣτΣ πρόκειται για τον λαϊκό ξεσηκωμό με επίκεντρο την Ταχρίρ που οδήγησε στην πτώση του Μουμπάρακ). Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος που διαδηλώνει δεν πρόκειται να δεχτεί τίποτα λιγότερο από τα αιτήματα της 25ης Γενάρη.

 
Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σου για το επόμενο διάστημα; Θα είναι μια πραγματικά μεταβατική περίοδος μέχρι τις εκλογές ή μια νέα εποχή στρατιωτικής εξουσίας με προσωπείο μια πολιτική κυβέρνηση μαριονετών;

 
Δεν πιστεύω ότι θα επαναληφθούν όσα συνέβησαν μετά την πτώση του Μουμπάρακ, όταν κυβερνούσε το Ανώτατο Συμβούλιο Ενόπλων Δυνάμεων (SCAF). Ούτε είναι πολύ πιθανό να έχουμε μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μπαραντέι (ΣτΣ η συνέντευξη δόθηκε τηλεφωνικά την Πέμπτη το βράδυ), μιας και με αυτήν την επιλογή διαφωνεί το σαλαφίτικο ισλαμιστικό κόμμα Αλ Νουρ, ένας από τους πιο ισχυρούς πόλους της αντιπολίτευσης (ΣτΣ το Νουρ είναι ακόμα θρησκόληπτο ακόμα και από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα). Το Νουρ μάλιστα δεν θέλει την κατάργηση του Συντάγματος, αλλά την τροποποίησή του. Γι’ αυτό άλλωστε στη χτεσινή ανακοίνωσή του ο στρατός έκανε λόγο για αναστολή του Συντάγματος και όχι κατάργησή του. Θα το τροποποιήσουν, αλλά δεν θα γράψουν καινούργιο Σύνταγμα. Όπως ήδη είπα, ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης είναι πολύ εύθραυστος και πολύ σύντομα θα μπει σε κρίση. Από τη μεριά του, το επαναστατικό κίνημα θα πρέπει να επιμείνει στα αιτήματά του με πολύ καθαρό τρόπο: θέλουμε πολιτικές ελευθερίες και κοινωνική δικαιοσύνη, αυξήσεις στους μισθούς, αλλαγή του φορολογικού συστήματος και παύση των συνομιλιών με το ΔΝΤ, μεταρρυθμίσεις στην αστυνομία και το δικαστικό σύστημα, τιμωρία των εγκλημάτων που έκαναν οι κυβερνήσεις του Μουμπάρακ και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

 
Πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί η κατάρρευση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ένα μόλις χρόνο μετά τη θριαμβευτική εκλογή Μορσι;

 
Από τον Νοέμβριο του 2011, όταν κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές, η Αδελφότητα δεν έκανε τίποτα για να βελτιώσει τη ζωή του λαού και να υλοποιήσει τα αιτήματα της επανάστασης. Όλη της η προσοχή στράφηκε στο πώς θα επιτύγχανε ένα συμβιβασμό με το στρατό, την αστυνομία και τον κρατικό μηχανισμό, το πώς δηλαδή το κράτος θα λειτουργούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αλλά κάτω από τις διαταγές των Αδελφών. Σε ό,τι αφορά τώρα την οικονομία, ακολούθησαν την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική με τον Μπουμπάρακ, η οποία κάνει την πλειοψηφία των πολιτών να υποφέρει. Το τελευταίο διάστημα η Αίγυπτος πέρασε μια από τις χειρότερες ελλείψεις καυσίμων στην Ιστορία της, με ατέλειωτες ουρές αυτοκινήτων στα πρατήρια και συνεχείς διακοπές ρεύματος. Από τον περασμένο Ιούνιο, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 8 δις δολάρια. Εν ολίγοις, η κυβέρνηση Μόρσι δεν άλλαξε απολύτως τίποτα προς όφελος του λαού. Γι’ αυτό και μέσα σε ένα χρόνο εξατμίστηκε η δημοτικότητα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του Μόρσι.

 
Γιατί ο στρατός δεν επιδίωξε τον συμβιβασμό με την Αδελφότητα;

 
Αρχικά αυτό έκανε, αλλά την εγκατέλειψε όταν κατάλαβε ότι το πλοίο άρχισε να βουλιάζει.

 
Πολλοί στην Ευρώπη αναρωτιούνται για ποιο λόγο η επαναστατική νεολαία (ΣτΣ με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στους νεολαίους που έπαιξαν κεντρικό ρόλο στα γεγονότα της Ταχρίρ και του τους οποίους δεν πρέπει να ταυτίζουμε με την Αριστερά) και η Αριστερά προχώρησαν σε μια τόσο πλατιά συμμαχία, ακόμα και με ανθρώπους του Μουμπάρακ όπως ο Αμρ Μούσα.

 
Είναι πολύ έντονος ο διάλογος στο εσωτερικό του επαναστατικού χώρου σχετικά με τη σκοπιμότητα αυτής της συμμαχίας. Μάλιστα αρκετοί επαναστάτες την απορρίπτουν. Το πρόβλημα είναι ότι μέσα στην αντιπολίτευση, η οποία σε μεγάλο βαθμό ελέγχεται από συντηρητικές δυνάμεις, η επαναστατική πτέρυγα είναι αδύναμη. Το ερώτημα λοιπόν που τέθηκε στους επαναστάτες είναι αν θα συμμετάσχουν στο καινούργιο επαναστατικό κύμα. Αποφάσισαν να το κάνουν με στόχο να διαμορφωθούν οι όροι για μια νέα συμμαχία, χωρίς τις συντηρητικές δυνάμεις αυτή τη φορά. Δεν συμμετέχουν λοιπόν όλοι οι επαναστάτες και οι αριστεροί στη συμμαχία με τον Μούσα, αλλά όλοι παίρνουν μέρος στις μεγάλες κινητοποιήσεις. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση που αρχίζει πάλι η αλλαγή του χάρτη των συμμαχιών.

 
Η καμπάνια Ταμαρόντ (Εξέγερση) που ξεκίνησε τη συλλογή υπογραφών για την ανατροπή του Μόρσι (τελικά μάζεψε 22 εκατομμύρια) κι έδωσε το έναυσμα για τον ξεσηκωμό, ήταν μια πρωτοβουλία των πολιτικών δυνάμεων ή μια αυθόρμητη κίνηση κάποιων επαναστατών νεολαίων;

 
Οι τρεις βασικοί εκπρόσωποι του Ταμαρόντ είναι νασερικοί, που δεν ανήκαν σε κάποιο κόμμα. Αλλά στη συλλογή των υπογραφών συμμετείχαν οι πάντες: η επαναστατική νεολαία, οι φιλελεύθεροι, τα κόμματα του Ελ Μπαραντέι (κεντροαριστερά) και του Σαμπάχι (αριστεροί νασερικοί), η Σοσιαλιστική Λαϊκή Συμμαχία. Δεν επρόκειτο για κάποια συγκεντρωτικά διαρθρωμένη καμπάνια. Η κάθε ομάδα δούλευε μόνη της για το μάζεμα των υπογραφών και απλά τις έστελνε στο τέλος στο κεντρικό γραφείο.

 
Πώς πιστεύεις ότι θα εξελιχθεί το κύμα καταστολής σε βάρος της Αδελφότητας;

 
Αυτή τη στιγμή φοβόμαστε την ένταση της καταστολής σε βάρος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ιδιαίτερα της νεολαίας της. Βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο να υπερασπιστεί κανείς από θέση αρχής τα δικαιώματα των Αδελφών μέσα στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί. Ο πολύς κόσμος υποστηρίζει τα μέτρα καταστολής σε βάρος της Αδελφότητας και μόνο κάποιοι επαναστάτες επισημαίνουν τους πολύ μεγάλους κινδύνους που αυτά αντιπροσωπεύουν. Ωστόσο, δεν εκτιμώ ότι ο στρατός θα θέσει εκτός νόμου το Κόμμα Ελευθερίας και Δικαιοσύνης (ΣτΣ πρόκειται για το πολιτικό κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας), μιας και δεν θα θελήσει να διαταράξει τις σχέσεις του με το σλαφίτικο κόμμα Νουρ με το οποίο τώρα συνεργάζεται.

 
Γιατί το Νουρ υποστηρίζει τώρα τον στρατό ενώ μόλις πριν λίγους μήνες αποτελούσε βασικό σύμμαχο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας;

 
Από ένα σημείο και μετά το Νουρ συνειδητοποίησε ότι ο Μόρσι δεν θα άντεχε για πολύ και ο κόσμος θα ξεσηκωνόταν. Έτσι άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από την Αδελφότητα. Βήμα-βήμα διαφοροποιούνταν από τον Μόρσι, μέχρι που έφτασαν στο σημείο να του ζητήσουν να σχηματίσει καινούργια κυβέρνηση μαζί με την αντιπολίτευση. Αλλάζοντας πολιτική, διέσωσαν τους εαυτούς τους και μπόρεσαν να μείνουν μέσα στο πολιτικό παιχνίδι. Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσουν να καταλάβουν πλήρως το χώρο που είχε η Αδελφότητα, αλλά είναι πολύ πιθανό να αποκομίσουν οφέλη. Αν είχαν μείνει με τον Μόρσι, θα είχαν καταρρεύσει μαζί του.

 
Είμαστε κοντά στο τέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας;

 
Για μεγάλο διάστημα η Αδελφότητα θα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Οι περισσότεροι ηγέτες της έχουν συλληφθεί, πράγμα που δημιουργεί σύγχυση σε όλη την οργάνωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις τελευταίας είκοσι τέσσερις ώρες κανένας εκπρόσωπος της Αδελφότητας δεν έχει κάνει καμία δήλωση. Το βασικό όμως είναι ότι πλέον δεν είναι καθόλου δημοφιλείς. Στα μάτια του κόσμου αποτελούν ένα μοντέλο αποτυχίας.

 
Τη συνέντευξη πήρε ο Γιάννης Αλμπάνης

Περισσότερα